| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.159.897 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλυντήριο |
0,03 sec. |
|
πλυντήριο laundry, washing machine laverie ουσ ουδ πλυντήριο [pli'ndirio] συσκευή για το πλύσιμο ρούχων ή πιάτων machine à laverlave-linge Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|