| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.233.534 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πνίγομαι |
0,06 sec. |
|
πνίγομαι se noyer, suffoquer, s’étouffer πνίγομαι يَختنق πνίγομαι udusit πνίγομαι være ved at kvæles πνίγομαι ersticken πνίγομαι asfixiar πνίγομαι tukehtua πνίγομαι gušiti se πνίγομαι soffocare πνίγομαι 息が詰まる πνίγομαι 숨이 막히다 πνίγομαι verstikken πνίγομαι kvele πνίγομαι dusić πνίγομαι engasgar-se πνίγομαι душить πνίγομαι kvävas πνίγομαι ทำให้หายใจไม่ออก πνίγομαι tıkanmak πνίγομαι bị nghẹt thở πνίγομαι 哽住 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|