| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.858.542 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πνίγω |
0,03 sec. |
|
πνίγω smother, muffle, overwhelm, stifle, suffocate, drown يَغْرَق utopit (se) drukne ertrinken ahogar hukkua se noyer utopiti se affogare 溺死する 익사하다 verdrinken drukne utopić się afogar тонуть drukna จมน้ำ suda boğulmak chết đuối 溺水 ρ μετβ πνίγω ['pniɣo] 1 στραγγαλίζω étrangler Τον έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια. Il l'a étranglé de ses propres mains. 2 θανατώνω κπ κρατώντας τον κάτω από το νερό noyer ρ μεσοπαθ πνίγομαι ['pniɣome] 2 πιέζομαι αφόρητα être débordé/-ée πνίγομαι στη δουλειά être débordé de travail Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|