| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.001.198 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πνευμονία |
0,01 sec. |
|
πνευμονία pneumonia polmonite مرض ذات الرئة zápal plic lungebetændelse Lungenentzündung neumonía keuhkokuume pneumonie upala pluća 肺炎 폐렴 longontsteking lungebetennelse zapalenie płuc pneumonia воспаление легких lunginflammation โรคปอดบวม zatürre bệnh viêm phổi 肺炎 ουσ θ πνευμονία [pnevmo'nia] πάθηση των πνευμόνων pneumonie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|