Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.677.050 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πνεύμα

0,03 sec.
πνεύμα breathing, spirit, mind, wit esprit spirito mente, espíritu رَوح duševno ånd Geist henki duh 精神 정신 geest ånd duch espírito дух ande วิญญาณ ruh tinh thần 精神 дух 精神
ουσ ουδ πνεύμα ['pnevma]
1 διανοητική φύση του ανθρώπου esprit
καλλιεργώ το πνεύμα μου cultiver son esprit
το πνεύμα και η ύλη l'esprit et la matière
2 το μυαλό, ο νους esprit
έχω αναλυτικό πνεύμα avoir un esprit analytique
3 διάθεση envie; tendance
έχω πνεύμα συνεργασίας avoir un esprit de coopération
4 νόημα espritsens
μπαίνω στο πνεύμα των Χριστουγέννων entrer dans l'esprit de Noëlsaisir le sens de Noël
5 χιούμορ esprit
κάνω πνεύμα faire de l'esprit
6 φάντασμα esprit; gnome
διώχνω τα κακά πνεύματα chasser les mauvais esprits


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.