| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.677.504 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πνιγηρός |
0,01 sec. |
|
|
πνιγηρός acrid, close, muggy, stifling, sultry, stuffy غاضب vydýchaný proppet stickig viciado tunkkainen confiné zagušljiv soffocante 風通しの悪い 답답한 bedompt innestengt duszny abafado спертый kvav อากาศไม่ถ่ายเท havasız ngột ngạt 乏味的
επίθ α / θ / ουδ πνιγηρός, πνιγηρή, πνιγηρό [pniʝi'ros, pniʝi'ri, pniʝi'ro] που δημιουργεί συναίσθημα πνιγμού étouffant/-antesuffocant/-ante πνιγηρή ατμόσφαιρα une atmosphère étouffante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|