| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.052.278 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πνιχτός |
0,02 sec. |
|
πνιχτός επίθ α / θ / ουδ πνιχτός, πνιχτή, πνιχτό [pni'xtos, pni'xti, pni'xto] που εμποδίζεται να βγει étouffé/-ée πνιχτή κραυγήφωνή un cri étouffé/une voix étouffée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|