| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.678.120 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ποδήλατο |
0,01 sec. |
|
|
ποδήλατο велосипед cykel Fahrrad, Rad bicycle, bike, cycle bicicleta polkupyörä bicyclette, bécane, vélo bicikli, kerékpár reiðhjól bicicletta fiets, sykkel rower bicicleta cykel bisiklet, bisiklete binme دراجة, دراجة بخارية jízdní kolo, kolo bicikl 自転車 자전거 sykkel велосипед จักรยาน xe đạp 自行车 自行車 אופניים
ουσ ουδ ποδήλατο [po'ðilato] όχημα με δύο ρόδες χωρίς μηχανή bicyclette; vélo Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|