Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.521.328 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ποικίλος

0,04 sec.
ποικίλος assorted, miscellaneous, varied
ποικίλος متنوع, معدل
ποικίλος rozmanitý
ποικίλος blandet, varieret
ποικίλος unterschiedlich, verschieden
ποικίλος variado
ποικίλος monenlainen, sekalainen
ποικίλος divers, varié
ποικίλος promjenjiv, razni
ποικίλος eterogeneo, variato
ποικίλος さまざまな, 雑多な
ποικίλος 갖가지 잡다한, 다양한
ποικίλος gemengd, gevarieerd
ποικίλος diverse, variert
ποικίλος rozmaity, różny
ποικίλος misto, variado
ποικίλος blandad, omväxlande
ποικίλος เบ็ดเตล็ด, ต่างๆ นาๆ
ποικίλος çeşitli
ποικίλος khác nhau, linh tinh
ποικίλος 各式各样的, 杂项的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.