| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.245.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ποινικός |
0,01 sec. |
|
ποινικός penal επίθ α / θ / ουδ ποινικός, ποινική, ποινικό [pini'kos, pini'ci, pini'ko] σχετικός με ποινή pénal/-alecriminel/-elle το ποινικό μητρώο le casier judiciaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|