| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.873.158 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολεοδομία |
0,02 sec. |
|
πολεοδομία Stadtplanung urban planning urbanisme ουσ θ πολεοδομία [poleoðo'mia] υπηρεσία του κράτους σχετική με τις δυνατότητες οικοδόμησης urbanisme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|