| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.687.409 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολιορκητής |
0,02 sec. |
|
πολιορκητής ουσ α / θ πολιορκητής, πολιορκήτρια [poliorci'tis, polior'citria] που κάνει πολιορκία assiégeant/-ante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|