| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.634.570 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολιτικός |
0,04 sec. |
|
πολιτικός civilian, political, politician, statesman civila civil, civique, politicien, politique Politiker, politisch, zivil رجل سياسة, سياسي, مدنى civilní, politický, politik civil, politiker, politisk civil, político poliitikko, poliittinen, siviili- civilni, političar, politički civile, politico 政治の, 政治家, 民間の 민간의, 정치가, 정치적인 burger-, politicus, politiek politiker, politisk, sivil cywilny, polityczny, polityk civil, político политик, политический, штатский civil, politiker, politisk เกี่ยวกับพลเรือน, ที่เกี่ยวกับพรรคการเมืองหรือรัฐบาล, นักการเมือง politik, politikacı, sivil chính trị, chính trị gia, thuộc thường dân 政治家, 政治的, 民间的 επίθ α / θ / ουδ πολιτικός, πολιτική, πολιτικό [politi'kos, politi'ci, politi'ko] 1 σχετικός με την πολιτική politique ουσ α/θ πολιτικός πρόσωπο που ασχολείται ενεργά με την πολιτική politicien; politicienne; homme politique; femme politique ουσ θ πολιτική 1 ο τρόπος άσκησης εξουσίας, η στρατηγική politique η οικονομική πολιτική la politique économique εφαρμόζω συντηρητική πολιτική appliquer une politique conservatrice 2 οι συζητήσεις, τα θέματα γύρω από την πολιτική sujets politiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|