| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.218.502 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολιτισμένος |
0,01 sec. |
|
πολιτισμένος civiliseret civilized civilisé sivilisert культурный επίθ α / α / ουδ πολιτισμένος, πολιτισμένη, πολιτισμένο [politi'zmenos, politi'zmeni, politi'zmeno] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|