| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.711.835 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολυβόλο |
0,02 sec. |
|
πολυβόλο رشاش kulomet maskingevær Maschinengewehr machine gun ametralladora konekivääri mitrailleuse automatska puška mitragliatrice マシンガン 기관총 machinegeweer maskingevær karabin maszynowy metralhadora пулемет kulspruta ปืนกล makineli tüfek súng máy 机关枪 ουσ ουδ πολυβόλο [poli'volo] αυτόματο όπλο mitrailleuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|