| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.443.850 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολυθρόνα |
0,02 sec. |
|
πολυθρόνα armchair, easy chair fauteuil poltrona كرسى مريح, كرسي مزود بذراعين křeslo, lenoška lænestol, lånestol Sessel poltrona, sillón nojatuoli fotelja, naslonjač 安楽椅子, 肘掛け椅子 안락 의자 leunstoel lenestol fotel espreguiçadeira, poltrona кресло, мягкое кресло fåtölj, länstol เก้าอี้ที่มีที่วางแขน, เก้าอี้มีที่วางแขน koltuk ghế bành 安乐椅, 扶手椅子 ουσ θ πολυθρόνα [poli'θrona] βαθύ κάθισμα με πλάτη και στηρίγματα για τα χέρια fauteuil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|