| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.700.282 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πολύπλευρος |
0,01 sec. |
|
|
πολύπλευρος vielseitig, wandlungsfähig versatile متعدد الجوانب mnohostranný alsidig versátil monipuolinen polyvalent svestran versatile 多方面の 다재다능한 veelzijdig allsidig wszechstronny versátil универсальный mångsidig ซึ่งมีประโยชน์หลายอย่าง çok yönlü đa tài 多才多艺的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|