| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.632.857 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολύτιμος |
0,04 sec. |
|
πολύτιμος valuable, gemstone, precious, dear, pricey précieux, cher عزيزي, نفيس cenný, drahý dyr, dyrebar, værdifuld kostbar, teuer, wertvoll costoso, precioso, valioso arvokas, kallis dragocjen, skup, vrijedan costoso, prezioso 貴重な, 高価な 값비싼, 비싼, 소중한 duur, kostbaar, waardevol dyr, verdifull cenny, drogi, wartościowy caro, custoso, precioso, valioso дорогой, драгоценный, ценный dyr, dyrbar, värdefull มีค่าเป็นเงินมาก, มีราคาสูง, ล้ำค่า değerli, pahalı có giá trị, đắt đỏ, quý 宝贵的, 昂贵的 επίθ α / θ / ουδ πολύτιμος, πολύτιμη, πολύτιμο [po'litimos, po'litimi, po'litimo] που έχει μεγάλη αξία υλική ή ηθική précieux/-euse πολύτιμη πέτρα une pierre précieuse πολύτιμη εμπειρία une expérience précieuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|