| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.396.538 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πολύχρωμος |
0,02 sec. |
|
πολύχρωμος colourful, colorful غني بالألوان barvitý farverig bunt lleno de colorido värikäs coloré šaren colorato 色彩に富んだ 색채가 다양한 kleurrijk fargerik barwny colorido красочный färgrik เต็มไปด้วยสีสัน renkli sặc sỡ 色彩鲜明的 επίθ α / θ / ουδ πολύχρωμος, πολύχρωμη, πολύχρωμο [po'lixromos, po'lixromi, po'lixromo] που έχει πολλά χρώματα multicolorebariolé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|