| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.702.188 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πονηρός |
0,01 sec. |
|
|
πονηρός malin, rusé artful, cunning, sly, sneaky, tricky كتوم mazaný snedig listig taimado, Sly viekas prepreden scaltro ずるい 교활한 sluw slu przebiegły dissimulado, Sly хитрый slug ซึ่งมีเล่ห์เหลี่ยม อย่างฉลาดแกมโกง kurnaz ranh mãnh 狡猾的, 狡猾 狡猾
επίθ α / θ / ουδ πονηρός, πονηρή, πονηρό [poni'ros, poni'ri, poni'ro] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|