Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.702.188 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πονηρός

0,01 sec.
πονηρός malin, rusé artful, cunning, sly, sneaky, tricky كتوم mazaný snedig listig taimado, Sly viekas prepreden scaltro ずるい 교활한 sluw slu przebiegły dissimulado, Sly хитрый slug ซึ่งมีเล่ห์เหลี่ยม อย่างฉลาดแกมโกง kurnaz ranh mãnh 狡猾的, 狡猾 狡猾
επίθ α / θ / ουδ πονηρός, πονηρή, πονηρό [poni'ros, poni'ri, poni'ro]
1 που χαρακτηρίζεται από πονηριά malin, maligne
πονηρή γυναίκα une femme maligne
2 έξυπνος sage
πονηρό τέχνασμα un artifice astucieux
3 σκανταλιάρικος malin, maligne
πονηρό χαμόγελο un sourire malin
4 σχετικός με ερωτισμό coquin/-ine
πονηρές ιστορίες des histoires coquines


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.