| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.503.331 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πορεία |
0,02 sec. |
|
πορεία course, march, heading, route דרך ουσ θ πορεία [po'ria] 1 κάλυψη απόστασης με τα πόδια cheminement; marche δύσκολη πορεία un cheminement pénible 2 κατεύθυνση, φορά direction; route αλλάζω πορεία changer de direction Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|