Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.187.519 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πορσελάνη

0,02 sec.
πορσελάνη porcelain, china آنية من الصينى porcelán porcelæn Porzellan porcelana posliini porcelaine porcelan porcellana 磁器 도자기 porselein porselen porcelana porcelana фарфор porslin เครื่องเคลือบดินเผา porselen đồ sứ 瓷器
ουσ θ πορσελάνη [porse'lani]
1 λευκό υλικό για την κατασκευή βάζων κ.λπ. porcelaine
βάζο από πορσελάνη un vase en porcelaine
2 τα αντικείμενα από πορσελάνη porcelaine
Έσπασα τις πορσελάνες της μαμάς. J'ai cassé les porcelaines de maman.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.