| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.372.911 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πορσελάνη |
0,02 sec. |
|
πορσελάνη porcelain, china آنية من الصينى porcelán porcelæn Porzellan porcelana posliini porcelaine porcelan porcellana 磁器 도자기 porselein porselen porcelana porcelana фарфор porslin เครื่องเคลือบดินเผา porselen đồ sứ 瓷器 ουσ θ πορσελάνη [porse'lani] 1 λευκό υλικό για την κατασκευή βάζων κ.λπ. porcelaine βάζο από πορσελάνη un vase en porcelaine 2 τα αντικείμενα από πορσελάνη porcelaine Έσπασα τις πορσελάνες της μαμάς. J'ai cassé les porcelaines de maman. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|