| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.240.549 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πορτοκάλι |
0,02 sec. |
|
πορτοκάλι taronja pomeranč appelsin Apfelsine, Orange orange naranja appelsiini orange תפוז naranča narancs jeruk arancia, portogallo appelsin pomarańcza laranja portocală апельсин pomaranča portakal برتقالي オレンジ 오렌지 sinaasappel apelsin ต้นส้ม quả cam 橙 ουσ ουδ πορτοκάλι [porto'kali] φρούτο, ο καρπός της πορτοκαλιάς orange ουσ θ πορτοκαλιά [portoka'ʎa] είδος οπωροφόρου δέντρου figuier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|