| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.480.524 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πορτοφόλι |
0,04 sec. |
|
πορτοφόλι billfold, purse, wallet, coin purse bourse, portefeuille, porte-monnaie حافظة نقود, محفظة peněženka håndtaske, tegnebog Brieftasche, Geldbeutel cartera, monedero kukkaro, lompakko novčanik borsellino, portafoglio 財布 지갑 portemonnee lommebok, pung portfel carteira бумажник, кошелек plånbok, portmonnä กระเป๋าใส่เงินผู้ชาย, ถุงเงิน cüzdan ví 皮夹, 钱包 ουσ ουδ πορτοφόλι [porto'foli] ειδική θήκη για χρήματα portefeuille; porte-monnaie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|