Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.338.800 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ποτέ

0,01 sec.
ποτέ ever, never jamais أبداً, في أي وقت nikdy, vůbec aldrig, nogensinde jemals, nie alguna vez, nunca ei koskaan, koskaan ikada, nikada mai ・・・したことがない, 今までに 결코 …않다, 이제까지 nooit, ooit aldri, noensinne kiedykolwiek, nigdy nunca, sempre всегда, никогда aldrig, någonsin ไม่มีทาง, ตลอด asla, şimdiye kadarki bao giờ, không bao giờ 决不, 曾经
επίρρ ποτέ [po'te]
1 σε καμιά περίπτωση jamais
Ποτέ δεν ήρθε να με δει. Il n'est jamais venu me voir.
2 κάποια φορά jamais
Αν ποτέ χρειαστείς γιατρό, πες μου. Si jamais tu as besoin d'un médecin, dis le moi.
ποτέ πια
επιτείνει την έννοια του «ποτέ» plus jamais
Δε θα πάω ποτέ πια. Je n'irai plus jamais.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.