| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.715.156 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ποτό |
0,01 sec. |
|
|
ποτό Getränk, Alkohol drink, beverage, brew, booze boisson, consommation, alcool bebida, trago إسراف في الشراب, مَشروب alkohol, nápoj drink, sprut juoma, viina piće bevanda, bevanda alcolica 酒, 飲み物 술, 음료 drankje, sterkedrank alkohol, drikk alkohol, napój bebida, bebida alcoólica выпивка, напиток dryck, sprit เครื่องดื่ม, เครื่องดื่มที่มีแอลกอฮอล์ içecek, içki đồ uống, sự say tuý luý 酒, 饮料
ουσ ουδ ποτό [po'to] υγρό -κυρίως οινοπνευματώδες - που πίνεται boisson Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|