| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.716.734 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πουλόβερ |
0,02 sec. |
|
|
πουλόβερ sweater, jumper, pullover مُوصِل, يُوْقِف السيارة pulovr, svetr jumper, pullover Pullover pulóver, suéter pusero, villapaita pull, pullover džemper, pulover maglione, pullover セーター, プルオーバー 점퍼, 풀오버 pullover, trui genser, pullover skoczek, sweter camisola, pulover, pulôver, suéter джемпер, пуловер tröja เสื้อกันหนาวแบบสวมหัว, เสื้อถักด้วยไหมพรม kazak áo len chui đầu, áo thun 套头外衣, 套衫, 毛衣 пуловер 毛衣
ουσ ουδ άκλ πουλόβερ [pu'lover] συνήθως μάλλινο ρούχο για το επάνω μέρος του σώματος pull-over Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|