| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.718.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πούλμαν |
0,03 sec. |
|
|
πούλμαν coach, bus مَركَبَة dálkový autobus rutebil Reisebus autocar, bus, entrenador bussi car autobus corriera 長距離バス 시외 버스 reisbus rutebil autokar autocarro de viagem, ônibus de viagem, treinador автобус långfärdsbuss รถโค๊ช tur otobüsü xe buýt đường dài 长途客车, 教练 треньор 教練
ουσ ουδ άκλ πούλμαν ['pulman] ταξιδιωτικό λεωφορείο (auto)car Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|