| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.666.466 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πράξη |
0,02 sec. |
|
πράξη act, action, operation, sum acte, action فِعل čin handling Akt acto teko čin atto 行為 행동 handeling gjerning czyn acto, ato акт handling การกระทำ hareket hành vi 动作 ουσ θ πράξη ['praksi] 1 η εφαρμογή respect; application 2 ενέργεια acte Οι πράξεις του δικαιολογούνται. Ses actes sont compréhensibles. 3 επίσημη απόφαση acte νομοθετική πράξη un acte législatif 4 καταγραφή σε λίστα βιβλίου acte ληξιαρχική πράξη γέννησης un extrait d'acte de naissance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|