| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.046.991 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πραγματοποιήσιμος |
0,02 sec. |
|
πραγματοποιήσιμος feasible faisable, réalisable επίθ α / θ / ουδ πραγματοποιήσιμος, πραγματοποιήσιμη, πραγματοποιήσιμο [praɣmatopi'isimos, praɣmatopi'isimi, praɣmatopi'isimo] που μπορεί να πραγματοποιηθεί réalisable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|