Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.557.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πραγματοποιώ

0,02 sec.
πραγματοποιώ réaliser accomplish, perform يؤدي provést udføre durchführen actuar suorittaa izvesti eseguire 行う 수행하다 optreden gjennomføre wykonać realizar исполнять uppträda แสดง yapmak thực hiện 表现
ρ μετβ πραγματοποιώ [praɣmatopi'o]
1 κάνω κτ πραγματικότητα réaliser
πραγματοποιώ κπ όνειρο réaliser un rêve
2 εκτελώ réaliser
εκτελώ κπ έργο réaliser une œuvre
3 οργανώνω former
πραγματοποιώ έρευνα effectuer une enquête
ρ μεσοπαθ πραγματοποιούμαι [praɣmatopi'ume]
1 γίνομαι πραγματικότητα se réaliser
To όνειρό μου πραγματοποιήθηκε. Mon rêve s'est réalisé.
2 γίνομαι avoir lieu
Σήμερα πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση. La manifestation a eu lieu aujourd'hui.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.