| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.761.487 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρακτικός |
0,02 sec. |
|
πρακτικός pratique practical عملي praktický praktisk praktisch práctico käytännöllinen praktičan pratico 実際的な 실용적인 praktisch praktisk praktyczny prático практический praktisk เหมาะสมที่จะปฏิบัติ pratik thực tế 实际的 επίθ α / θ / ουδ πρακτικός, πρακτική, πρακτικό [prakti'kos, prakti'ci, prakti'ko] 3 βολικός pratiqueconfortable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|