| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.441.590 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρεσβευτής |
0,02 sec. |
|
πρεσβευτής ambassadeur ambassador ουσ α/θ πρεσβευτής [presve'ftis] 1 πρέσβης ambassadeur; ambassadrice 2 εκπρόσωπος ambassadeur πρεσβευτής της ειρήνης un ambassadeur de la paix Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|