| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.541.145 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρεσβύτερος |
0,02 sec. |
|
πρεσβύτερος presbitero πρεσβύτερος الأعلى مقاماً, الأكبر سناً πρεσβύτερος nadřízený, nejstarší πρεσβύτερος ældst, ledende πρεσβύτερος ältester, dienstälter πρεσβύτερος el de más edad, superior πρεσβύτερος vanhempi, vanhin πρεσβύτερος najstariji, stariji πρεσβύτερος il maggiore, superiore πρεσβύτερος 先輩の, 最年長の πρεσβύτερος 가장 나이 많은, 연상의 πρεσβύτερος najstarszy, starszy πρεσβύτερος o mais velho, sénior, sênior πρεσβύτερος самый старший, старший πρεσβύτερος äldre, äldst πρεσβύτερος แก่ที่สุด, ผู้อาวุโส πρεσβύτερος üst, yaşça en büyük πρεσβύτερος cả, lớn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|