Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.207.140 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πρεσβύτερος

0,04 sec.
πρεσβύτερος presbitero
πρεσβύτερος senior, eldest
πρεσβύτερος nadřízený, nejstarší
πρεσβύτερος ældst, ledende
πρεσβύτερος ältester, dienstälter
πρεσβύτερος el de más edad, superior
πρεσβύτερος vanhempi, vanhin
πρεσβύτερος aîné, ancien
πρεσβύτερος najstariji, stariji
πρεσβύτερος il maggiore, superiore
πρεσβύτερος 先輩の, 最年長の
πρεσβύτερος 가장 나이 많은, 연상의
πρεσβύτερος oudste, senior
πρεσβύτερος eldre, eldst
πρεσβύτερος najstarszy, starszy
πρεσβύτερος o mais velho, sénior, sênior
πρεσβύτερος äldre, äldst
πρεσβύτερος แก่ที่สุด, ผู้อาวุโส
πρεσβύτερος üst, yaşça en büyük
πρεσβύτερος cả, lớn
πρεσβύτερος 年长的, 最年长的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.