| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.169.140 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρησμένος |
0,03 sec. |
|
πρησμένος dick, geschwollen πρησμένος منتفخ πρησμένος oteklý πρησμένος hævet πρησμένος inflamado πρησμένος turvonnut πρησμένος natečen πρησμένος gonfio πρησμένος 腫れた πρησμένος 부푼 πρησμένος gezwollen πρησμένος hoven πρησμένος spuchnięty πρησμένος inchado πρησμένος опухший πρησμένος svullen πρησμένος บวม πρησμένος şiş πρησμένος bị sưng πρησμένος 肿胀的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|