| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.106.386 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προάγω |
0,02 sec. |
|
προάγω promote يُروج prosadit fremme fördern ascender edesauttaa promouvoir promovirati promuovere 促進する 촉진하다 promoten fremme promować promover продвигать främja ส่งเสริม tanıtımını yapmak xúc tiến 促进 ρ μετβ προάγω [pro'aɣo] 1 προβιβάζω promouvoir Την προήγαγαν σε διευθύντρια. On l'a promue directrice. 2 ενισχύω, προβάλλω promouvoir προάγω τις ιδέες μου promouvoir ses idées Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|