| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.734.654 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προέκταση |
0,01 sec. |
|
|
προέκταση extension امتداد přístavba forlængelse Anbau ampliación, extensión laajennus extension proširenje ampliamento 増築 연장 verlenging utvidelse rozszerzenie extensão удлинение förlängning การขยายออก uzatma phòng cơi nới 扩充, 扩展 разширение 擴展 סיומת
ουσ θ προέκταση [pro'ektasi] 1 η συνέχεια κατά μήκος ή η αύξηση μάκρους prolongement; extension προέκταση δρόμου le prolongement d'une rue προέκταση κτιρίου l'extension d'un bâtiment 2 συνέπειες répercussion οικονομικές προεκτάσεις des répercussions économiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|