| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.087.912 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προέκταση |
0,04 sec. |
|
προέκταση extension امتداد přístavba forlængelse Anbau ampliación laajennus extension proširenje ampliamento 増築 연장 verlenging utvidelse rozszerzenie extensão удлинение förlängning การขยายออก uzatma phòng cơi nới 扩充 ουσ θ προέκταση [pro'ektasi] 1 η συνέχεια κατά μήκος ή η αύξηση μάκρους prolongement; extension προέκταση δρόμου le prolongement d'une rue προέκταση κτιρίου l'extension d'un bâtiment 2 συνέπειες répercussion οικονομικές προεκτάσεις des répercussions économiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|