| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.881.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προέλευση |
0,02 sec. |
|
προέλευση origin, provenance origine, provenance أصل původ oprindelse Ursprung origen alkuperä porijeklo origine 起源 근원 oorsprong opprinnelse zaczątek origem происхождение ursprung จุดกำเหนิด kaynak nguồn gốc 起源 ουσ θ προέλευση [pro'elefsi] 1 καταγωγή origine 2 πηγή provenance Η προέλευση πληροφοριών παραμένει μυστηριώδης. La provenance des renseignements reste mystérieuse. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|