| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.735.047 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προέλευση |
0,01 sec. |
|
|
προέλευση origin, provenance origine, provenance أصل původ oprindelse Ursprung origen, fuente alkuperä porijeklo origine 起源 근원 oorsprong opprinnelse zaczątek origem, fonte происхождение ursprung จุดกำเหนิด kaynak nguồn gốc 起源 източник מקור
ουσ θ προέλευση [pro'elefsi] 1 καταγωγή origine 2 πηγή provenance Η προέλευση πληροφοριών παραμένει μυστηριώδης. La provenance des renseignements reste mystérieuse. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|