| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.740.332 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προαιρετικός |
0,02 sec. |
|
|
προαιρετικός optional facultatif, optionnel اختياري volitelný valgfri freiwillig opcional valinnainen neobavezan facoltativo 自由選択の 자유선택의 optioneel valgfri opcjonalny opcional необязательный valfri ซึ่งเป็นทางเลือก isteğe bağlı tuỳ chọn 可选择的, 可选 По избор 可選 אופציונלי
επίθ α / θ / ουδ προαιρετικός, προαιρετική, προαιρετικό [proereti'kos, proereti'ci, proereti'ko] που δεν είναι υποχρεωτικός facultatif/-ive προαιρετική συμμετοχή une participation facultative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|