| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.573.458 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προαιρετικός |
0,02 sec. |
|
προαιρετικός optional facultatif, optionnel اختياري volitelný valgfri freiwillig opcional valinnainen neobavezan facoltativo 自由選択の 자유선택의 optioneel valgfri opcjonalny opcional необязательный valfri ซึ่งเป็นทางเลือก isteğe bağlı tuỳ chọn 可选择的 επίθ α / θ / ουδ προαιρετικός, προαιρετική, προαιρετικό [proereti'kos, proereti'ci, proereti'ko] που δεν είναι υποχρεωτικός facultatif/-ive προαιρετική συμμετοχή une participation facultative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|