| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.740.540 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προαύλιο |
0,01 sec. |
|
|
προαύλιο yard, courtyard حظيرة, ساحة الدار dvůr gårdsplads, have Hof, Innenhof corral, patio piha cour dvorište cortile 中庭, 庭 구내, 안뜰 binnenhof, binnenplaats gårdsplass, plass dziedziniec, podwórko pátio, quintal внутренний двор, двор gård, gårdsplan บริเวณบ้าน, สนามรอบบ้าน avlu sân, sân nhỏ 庭院, 院子 Двор 庭院 החצר
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|