| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.596.137 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προβιβάζομαι |
0,01 sec. |
|
προβιβάζομαι ρ μεσοπαθ προβιβάζομαι [provi'vazome] ανεβαίνω σε βαθμό être promu/-uemonter en grade προβιβάζομαι σε προϊστάμενο être promu chef Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|