| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.975.444 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προβλέπω |
0,02 sec. |
|
προβλέπω forecast, foresee, provide, envisage, foretell, predict, prescribe prédire, prévoir َيتنَبأ předvídat forudse vorhersehen prever ennakoida predvidjeti prevedere 予見する 예견하다 voorzien forutse przewidzieć prever предвидеть förutsäga รู้ล่วงหน้า öngörmek thấy trước 预见 ρ μετβ προβλέπω [pro'vlepo] 1 υπολογίζω από πριν prendre ses précautionsprévoir Τα έχω προβλέψει όλα. J'ai pris toutes mes précautions. 2 κάνω πρόγνωση prévoir Προβλέπουν κακοκαιρία. On prévoit du mauvais temps. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|