| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.256.515 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προβλέψιμος |
0,06 sec. |
|
προβλέψιμος foregone, predictable مُتوَقع předvídatelný forudsigelig vorhersehbar previsible ennalta arvattava prévisible predvidiv prevedibile 予想できる 예측 가능한 voorspelbaar forutsigelig przewidywalny previsível предсказуемый föutsägbar พอที่จะทำนายได้ tahmin edilebilir có thể đoán trước 可预言的 επίθ α / θ / ουδ προβλέψιμος, προβλέψιμη, προβλέψιμο [pro'vlepsimos, pro'vlepsimi, pro'vlepsimo] που μπορεί κν να τον προβλέψει prévisible προβλέψιμα έξοδα des dépenses prévisibles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|