| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.486.861 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προγενέστερος |
0,01 sec. |
|
προγενέστερος مُنصَرِم předchozí tidligere vorhergehend previous previo edellinen précédent prethodni precedente 以前の 이전의 vorig forrige poprzedni anterior предыдущий föregående เมื่อก่อน önceki trước 早先的 επίθ α / θ / ουδ προγενέστερος, προγενέστερη, προγενέστερο [proʝe'nesteros, proʝe'nesteri, proʝe'nestero] προηγούμενης εποχής antérieur/-ieure προγενέστερη εκδοχή une version antérieure Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|