Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.600.962 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προγεννητικός

0,02 sec.
προγεννητικός prenatal, antenatal
προγεννητικός جنيني
προγεννητικός prenatální
προγεννητικός før fødsels-
προγεννητικός pränatal
προγεννητικός prenatal
προγεννητικός raskaudenaikainen
προγεννητικός prénatal
προγεννητικός koji se odnosi na vrijeme prije rođenja
προγεννητικός prenatale
προγεννητικός 出産前の
προγεννητικός 출생 전의
προγεννητικός prenataal
προγεννητικός under svangerskapet
προγεννητικός przedporodowy
προγεννητικός pré-natal
προγεννητικός дородовой
προγεννητικός före födelsen
προγεννητικός ก่อนเกิด
προγεννητικός doğum öncesi
προγεννητικός tiền sản
προγεννητικός 出生前的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.