Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.571.928 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προδίδω
(προωθήθηκε από προδίδομαι)

0,02 sec.
προδίδω betray, shop trahir يَخون zradit forråde verraten traicionar pettää izdati tradire 裏切る 배신하다 verraden forråde zdradzić trair предавать förråda ทรยศ ihanet etmek phản bội 背叛
ρ μετβ προδίδω [pro'ðiðo]
1 καταδίδω, μαρτυράω trahirdénoncer
Τον πρόδωσε στον εχθρό. Il l'a dénoncé à l'ennemi.
2 δε μένω συνεπής σε κτ trahir
προδίδω τα πιστεύω μου trahir ses croyances
προδίδω μια φιλία trahir une amitié
3 φανερώνω dévoiler
£££Το πρόσωπό του προδίδει τη θλίψη του. Son visage trahit sa tristesse.
ρ μεσοπαθ προδίδομαι [pro'ðiðome] être trahi/-ie


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.