| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.743.159 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προδιάθεση |
0,01 sec. |
|
προδιάθεση predisposition prédisposition ουσ θ προδιάθεση [pro'ðjaθesi] η τάση penchant; tendance Έχει προδιάθεση στη μελαγχολία. Il a une prédisposition pour la mélancolie. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|