| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.619.293 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προεδρία |
0,01 sec. |
|
προεδρία presidency présidence ουσ θ προεδρία [proe'ðria] 1 περίοδος κατά την οποία είναι κν πρόεδρος présidence κατά την προεδρία του pendant sa présidence 2 το αξίωμα του προέδρου présidence Eίναι υποψήφιος για την προεδρία. Il est candidat à la présidence. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|