| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.076.259 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προεδρικός |
0,02 sec. |
|
προεδρικός presidential présidentiel επίθ α / θ / ουδ προεδρικός, προεδρική, προεδρικό [proeðri'kos, proeðri'ci, proeðri'ko] σχετικός με τον πρόεδρο présidentiel/-elle προεδρικό διάταγμα un décret/arrêté présidentiel προεδρικό μέγαρο le palais présidentiel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|