| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.767.878.815 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προεξέχω |
0,02 sec. |
|
προεξέχω protrude, stand out يَتمَيز vyniknout skille sig ud hervorstechen sobresalir erottua ressortir isticati se distinguersi 突出する 두드러지다 in het oog vallen stå ut wyróżnić się destacar-se выделяться vara framträdande เห็นชัด kendini göstermek nổi bật 突出 ρ αμετβ προεξέχω [proe'ksexo] βγαίνω προς τα έξω être proéminent/-entedépasser Έχει δόντια που προεξέχουν. Ιl a des dents proéminentes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|